ἐπουσία

ἐπουσί-α, ,
A surplus, Gem.18.15, Vett.Val.353.16, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπουσία — ἐπουσίᾱ , ἐπουσία surplus fem nom/voc/acc dual ἐπουσίᾱ , ἐπουσία surplus fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσίᾳ — ἐπουσίᾱͅ , ἐπουσία surplus fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επουσία — ἐπουσία, ἡ (Α) το περίσσευμα …   Dictionary of Greek

  • ἐπουσίας — ἐπουσίᾱς , ἐπουσία surplus fem acc pl ἐπουσίᾱς , ἐπουσία surplus fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσίαι — ἐπουσίᾱͅ , ἐπουσία surplus fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσίαν — ἐπουσίᾱν , ἐπουσία surplus fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσίαις — ἐπουσία surplus fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.